Δαρνάκικα Παρατσούκλια

Οι κάτοικοι των Δαρνακοχωρίων, με κίνητρο περισσότερο από μια καλοκάγαθη διάθεση για “πείραγμα” και λιγότερο από “ζήλια” ή “κακία”, έβγαλαν μεταξύ τους χαρακτηριστικά “παρατσούκλια ή παρωνύμια” οι των γειτονικών χωριών για τους άλλους, που διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας και μάλιστα έχοντας χαριτολογικό και καθόλου υβριστικό περιεχόμενο.

Σαλιαχούδια ή Σαλιακούδια

  Οι κάτοικοι του Νέου Σουλίου ονομάστηκαν “Σαλιαχούδια ή Σαλιακούδια”. Για το παρατσούκλι υπάρχουν δύο εκδοχές:
α) Η μία εκδοχή λέει ότι, επειδή στα παλιά χρόνια στο ζωνάρι (Σαλιάχ στην Τούρκικη), που φορούσαν στη μέση τους, είχαν οπωσδήποτε κι ένα φονικό όπλο, μαχαίρι ή πιστόλι, για ώρα ανάγκης, ονομάστηκαν από το “σαλιάχ” “Σαλιαχούδια”.
β) Η δεύτερη λέει ότι είχαν την συνήθεια μετά από κάθε βροχή ή κάθε συνταρακτικό γεγονός, που άκουγαν, έβγαιναν όλοι από τα σπίτια τους και μαζεύονταν στην  πλατεία του χωριού, από διάθεση να μάθουν περισσότερα ή να σχολιάσουν ( κουτσομπολέψουν). Το γεγονός αυτό θύμιζε τη συνήθεια που έχουν τα σαλιγκάρια να βγαίνουν μετά τη βροχή κι έτσι από τα σαλιγκάρια, σαλιάγκια, σαλιάχα προέκυψε το “Σαλιαχούδια, Σαλιακούδια”.

Πουκαμισάδες ή Πκαμσάδις

 Οι κάτοικοι του Αγίου Πνεύματος “βαφτίστηκαν” “Πουκαμισάδες ή Πκαμσάδις”, γιατί είχαν τη συνήθεια να φορούν τα πουκάμισά (άσπρα μακρυμάνικα υφαντά και μακριά μέχρι το γόνατο και μια ζώνη στη μέση) τους έξω από το παντελόνι (σαλβάρα) σχεδόν σ΄όλες τις γεωργικές ασχολίες, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν μια ιδιότυπη “γραφική εικόνα” γεωργού.

Αχυράδες ή Αχυράδις 

  Οι κάτοικοι πάλι του Χρυσού ονομάστηκαν “αχυράδες ή αχυράδις” από το γεγονός ότι σχεδόν τους καλοκαιρινούς μήνες, επειδή ασχολούνταν με τ΄ αλωνίσματα των σιτηρών, όπου είναι γνωστό ότι έβγαινε το άχυρο, που το μάζευαν στη συνέχεια και το αποθήκευαν για τροφή των ζώων τους τους χειμερινούς μήνες, ήταν πολύ φυσικό να γεμίζουν τα ρούχα τους με άχυρα. Φαίνεται όμως κυκλοφορούσαν όλη την μέρα με τα αχυρωμένα ρούχα, γι΄ αυτό τους “κόλλησαν” το παρατσούκλι “αχυράδες” ή στα δαρνάκικα “αχυράδις”. Μπορεί ακόμα να χαρακτηρίστηκαν έτσι από το γεγονός, ότι μάζευαν “στις αχυρώνες” τους κάθε χρόνο περισσότερο άχυρο απ΄ ότι χρειαζόταν, με αποτέλεσμα να έχουν περισσεύματα και να πουλούν ύστερα στους κτηνοτρόφους των γειτονικών χωριών, όταν συνέβαινε ο χειμώνας να είναι μακρύς.

Χηνάρια ή Χνάρια

 Οι κάτοικοι του Εμμανουήλ Παπά χαρακτηρίστηκαν με το παρατσούκλι “Χηνάρια” ή  στο δαρνάκικο γλωσσικό ιδίωμα “Χνάρια” που θυμίζει τα γνωστά αποδημητικά πουλιά, τις αγριόχηνες. Οι αγριόχηνες  όταν πετούν συνήθως σε σχηματισμό μιας σειράς, η μία πίσω από την άλλη με τον αρχηγό (αρσενικό) μπροστά ή σε δύο σειρές σχηματίζοντας το γράμμα V.
Επειδή ( οι Δοβισνοί)  στο σπάσιμο του καπνού ξεκινούσαν απ΄ το χωριό, που είναι υψομετρικά  ψηλότερα από τα χωράφια τους, χαράματα ή πολλές φορές, αν ήταν σκοτάδι, κρατούσαν φανάρια, για να βλέπουν, σχηματίζοντας σειρές (καβάλα στα γαϊδουράκια ή γαδούρια) στο δρόμο, πράγμα που θύμιζε τις χήνες, (έτσι όπως φαίνονταν από τα χαμηλότερα μέρη π.χ. της Πεντάπολης), για το λόγο αυτό τους κόλλησαν το παρατσούκλι “Χηνάρια ή Χνάρια”.
“Άιντε! Οι Δοβισνοί ξικίνσαν πάλ΄ για τη δλειά τς σαν τα χναρούδια”.
Κατ΄ άλλη εκδοχή η περιέργεια έκανε τους Δοβιστνούς να συγκεντρώνονται πολλοί μαζί (σαν χήνες), να ρωτούν, για να μάθουν ή να εκφέρουν γνώμη για όλα τα θέματα ( παντογνώστες), παριστάνοντας έτσι τον “πολύξερο”, τον “έξυπνο”. Οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών θέλοντας να τους “μειώσουν” γι΄ αυτή τους την συνήθεια και να τους θεωρήσουν “όχι έξυπνους” αλλά “κουτούς” σαν “τις χήνες” τους βάφτισαν “Χνάρια”.

Τσιουτάκηδες ή Τσιτάκδις

  Οι Πενταπολιώτες, τέλος, χαρακτηρίστηκαν με το παρατσούκλι “Τσιουτάκηδες” ή “Τσιτάκδις”.
Η Πεντάπολη στα παλιά χρόνια ήταν το μεγαλύτερο κεφαλοχώρι και το πλουσιότερο. Οι κάτοιοι του πρώτοι άρχισαν να φοράνε “ευρωπαϊκά” ρούχα, γι΄ αυτό κι έκαναν τον “αριστοκράτη”. τον “υπερήφανο”, τον “ξιπασμένο”, τον “τεντωμένο” (τσίτα) και έτσι τους κόλλησαν το παρατσούκλι “Τσιτάκδις”.
Μία άλλη εκδοχή θέλει τους Πενταπολιώτες “Τσουτάκηδες”, γιατί τους θεωρούσαν “μουρντάρηδες”, “γυναικάδες”, “ζαμπαράδες” (γυναικοθήρες), καθότι ήταν “ζωηροί” και γλεντζέδες.

( Τα άρθρα που βρίσκονται στην ιστοσελίδα είναι από το βιβλίο ΝΕΟ ΣΟΥΛΙ (ΣΟΥΜΠΑΣΚΙΟΪ) ΙΣΤΟΡΙΑ – ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ του τ. Γυμνασιάρχη κ. Γεωργίου Δ. Κόκκινου)

Τα σχόλια έχουν κλείσει.